οἰκεῖος

οἰκεῖος, ά, ον ['домашний'] 1. родственный; 2. собственный, особый

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "οἰκεῖος" в других словарях:

  • οἰκεῖος — in masc nom sg οἰκεῖος in masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οικείος — α, ο (ΑΜ οἰκεῑος, α, ον, θηλ. και ος, Α ιων. τ. οἰκήϊος, η, ον) [οίκος] 1. αυτός που ανήκει στον οίκο, στην οικογένεια, οικογενειακός, σπιτικός (α. «λέβης οἰκεῑος», Σοφ. β. «τὰ οἰκεῑα τὰ ἑαυτοῡ» η οικογενειακή, η ιδιωτική περιουσία, το νοικοκυριό …   Dictionary of Greek

  • οικείος — [икиос] επ. домашний, близкий, знакомый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • οικείος — α, ο 1. στενός συγγενής, οικογενειακός, σπιτικός άνθρωπος. 2. πολύ γνώριμος, γνωστός, δικός μου, φίλος μου. 3. πληθ. οικείοι στενοί συγγενείς, φίλοι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • οἰκεῖα — οἰκεῖος in neut nom/voc/acc pl οἰκεῖος in neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκεῖε — οἰκεῖος in masc voc sg οἰκεῖος in masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκεῖοι — οἰκεῖος in masc nom/voc pl οἰκεῖος in masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκειόταθ' — οἰκεῑότατα , οἰκεῖος in adverbial superl οἰκεῑότατα , οἰκεῖος in neut nom/voc/acc superl pl οἰκεῑότατα , οἰκεῖος in adverbial superl οἰκεῑότατα , οἰκεῖος in neut nom/voc/acc superl pl οἰκεῑότατε , οἰκεῖος in masc voc superl sg οἰκεῑότατε ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκειότατ' — οἰκεῑότατα , οἰκεῖος in adverbial superl οἰκεῑότατα , οἰκεῖος in neut nom/voc/acc superl pl οἰκεῑότατα , οἰκεῖος in adverbial superl οἰκεῑότατα , οἰκεῖος in neut nom/voc/acc superl pl οἰκεῑότατε , οἰκεῖος in masc voc superl sg οἰκεῑότατε ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκειότερον — οἰκεῑότερον , οἰκεῖος in adverbial comp οἰκεῑότερον , οἰκεῖος in masc acc comp sg οἰκεῑότερον , οἰκεῖος in neut nom/voc/acc comp sg οἰκεῑότερον , οἰκεῖος in adverbial comp οἰκεῑότερον , οἰκεῖος in masc acc comp sg οἰκεῑότερον , οἰκεῖος in… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκεῖ' — οἰκεῖο , οἰκέω inhabit pres opt mp 2nd sg (epic ionic) οἰκεῖαι , οἰκέω inhabit pres ind mp 2nd sg (epic ionic) οἰκεῖα , οἰκεῖος in neut nom/voc/acc pl οἰκεῖα , οἰκεῖος in neut nom/voc/acc pl οἰκεῖε , οἰκεῖος in masc voc sg οἰκεῖε , οἰκεῖος in… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.